Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flawlessly
01
άψογα, τέλεια
in a manner completely free from faults, errors, or defects
Παραδείγματα
The software runs flawlessly on both Windows and Mac systems.
Το λογισμικό λειτουργεί άψογα τόσο στα Windows όσο και στα Mac.
Λεξικό Δέντρο
flawlessly
flawless
flaw



























