flattop
Pronunciation
/flˈæɾɑːp/

Ορισμός και σημασία του "flattop"στα αγγλικά

01

κούρεμα πλάκα, στρατιωτικό κούρεμα

a closely cropped haircut; usually for men or boys
flattop definition and meaning
02

αεροπλανοφόρο, πλοίο μεταφοράς αεροσκαφών

a large warship that carries planes and has a long flat deck for takeoffs and landings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flattops
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store