flamboyance
flam
flæm
φλαιμ
boyance
ˈbɔɪəns
μποϊανσ
/flˈæmbɔ‍ɪəns/

Ορισμός και σημασία του "flamboyance"στα αγγλικά

01

φλαμπογιάνς, εκκεντρικότητα

a showy and confident display of style or behavior, often characterized by boldness, colorfulness, and extravagance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flamboyances
Παραδείγματα
The artist 's flamboyance was evident in every piece of his work.
Η επίδειξη του καλλιτέχνη ήταν εμφανής σε κάθε κομμάτι του έργου του.

Λεξικό Δέντρο

flamboyance
flamboy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store