Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flamboyance
01
φλαμπογιάνς, εκκεντρικότητα
a showy and confident display of style or behavior, often characterized by boldness, colorfulness, and extravagance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flamboyances
Παραδείγματα
The actor's flamboyance on stage captivated the audience.
Η επίδειξη του ηθοποιού στη σκηνή γοήτευσε το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flamboyance
flamboy



























