Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flagrant
01
φανερός, σκανδαλώδης
so obviously wrong or immoral that it provokes shock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flagrant
συγκριτικός βαθμός
more flagrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's flagrant lies were exposed by the media.
Τα εμφανή ψέματα του πολιτικού αποκαλύφθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης.
Λεξικό Δέντρο
flagrantly
flagrant



























