Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fizzle out
01
ξεθωριάζω, καταλήγω σε αποτυχία
to end in a disappointing or weak way, particularly after a good start
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
fizzle
ενεστώτας
fizzle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fizzles out
ενεστώτα μετοχή
fizzling out
απλός αόριστος
fizzled out
παθητική μετοχή
fizzled out
Παραδείγματα
Their romantic relationship fizzled out after a few months, and they remained friends.
Η ρομαντική τους σχέση ξεθώριασε μετά από λίγους μήνες, και παρέμειναν φίλοι.



























