to fizzle out
fi
ˈfɪ
fi
zzle
zəl
zēl
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "fizzle out"στα αγγλικά

to fizzle out
01

ξεθωριάζω, καταλήγω σε αποτυχία

to end in a disappointing or weak way, particularly after a good start 
to fizzle out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
fizzle
ενεστώτας
fizzle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fizzles out
ενεστώτα μετοχή
fizzling out
απλός αόριστος
fizzled out
παθητική μετοχή
fizzled out
Παραδείγματα
Their romantic relationship fizzled out after a few months, and they remained friends. 

Η ρομαντική τους σχέση ξεθώριασε μετά από λίγους μήνες, και παρέμειναν φίλοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store