Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fizzle out
[phrase form: fizzle]
01
ξεθωριάζω, καταλήγω σε αποτυχία
to end in a disappointing or weak way, particularly after a good start
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
fizzle
ενεστώτας
fizzle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fizzles out
ενεστώτα μετοχή
fizzling out
απλός αόριστος
fizzled out
παθητική μετοχή
fizzled out
Παραδείγματα
The initial excitement about the class reunion fizzled out as fewer people confirmed their attendance.
Ο αρχικός ενθουσιασμός για την επανένωση της τάξης ξεθύμανε καθώς λιγότεροι άνθρωποι επιβεβαίωσαν την παρουσία τους.



























