fist
fist
fɪst
fist
firstfeistfoist

Ορισμός και σημασία του "fist"στα αγγλικά

01

γροθιά

the hand with the fingers tightly bent toward the palm 
fist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fists
Παραδείγματα
He clenched his fist tightly in frustration, feeling the anger boiling inside him. 

Σφίγγει τη γροθιά του με απογοήτευση, νιώθοντας τον θυμό να βράζει μέσα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store