Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fist-bump
01
χτυπώ γροθιές, κάνω fist bump
to slightly hit someone's fist with one's own as an act of celebration, greeting, or agreement
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fist-bump
γ΄ ενικό πρόσωπο
fist-bumps
ενεστώτα μετοχή
fist-bumping
απλός αόριστος
fist-bumped
παθητική μετοχή
fist-bumped



























