fission
fi
ˈfɪ
fi
ssion
ʃən
shēn
editionmissiontuitionmunition

Ορισμός και σημασία του "fission"στα αγγλικά

01

σχάση

(chemistry) the splitting of a heavy and unstable atomic nucleus into lighter parts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fissions
Παραδείγματα
Nuclear fission was discovered in the late 1930s and provided insight into the enormous energy released during the splitting of uranium atoms. 

Η πυρηνική σχάση ανακαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και παρείχε γνώση για την τεράστια ενέργεια που απελευθερώνεται κατά τη διάσπαση των ατόμων ουρανίου.

02

σχάση, κυτταρική διαίρεση

(biology) the process where a single cell splits itself into two or more daughter cells 
Παραδείγματα
Yeast cells undergo fission to multiply rapidly through asexual budding and pinching division. 

Τα κύτταρα ζύμης υφίστανται διαίρεση για να πολλαπλασιαστούν γρήγορα μέσω της άσεξουαλής βλάστησης και της διαίρεσης με πιέσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store