Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
firmly
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She held onto the railing firmly to maintain her balance on the stairs.
Κράτησε σταθερά το κιγκλίδωμα για να διατηρήσει την ισορροπία της στις σκάλες.
02
σταθερά, αποφασιστικά
in a resolute, determined, or unwavering manner, often indicating certainty or strength of conviction
Παραδείγματα
She firmly believes that honesty is the best policy.
Εκείνη σταθερά πιστεύει ότι η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη πολιτική.
Λεξικό Δέντρο
firmly
firm



























