Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fireman
01
πυροσβέστης, πυροσβεστικός
a man who works for a fire department and puts out fires
Παραδείγματα
The fireman wore protective gear during the rescue.
Ο πυροσβέστης φορούσε προστατευτικό εξοπλισμό κατά τη διάρκεια της διάσωσης.
02
πυροσβέστης, παιχνίδι πυροσβέστη
play in which children pretend to put out a fire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
firemen
αρσενικό ενικό
fireman
θηλυκό ενικό
firewoman
neutral form
firefighter
03
στόκος, εργάτης που ήταν υπεύθυνος για τη διατήρηση της φωτιάς στον ατμοκινητήρα των ατμομηχανών
a worker who was in charge of keeping the fire burning in the steam engine of steam locomotives
Παραδείγματα
The fireman shoveled coal into the firebox to maintain steam pressure.
Ο καυστήρας έριξε κάρβουνο στο θάλαμο καύσης για να διατηρήσει την πίεση του ατμού.
04
αναπληρωματικός ρίπτης, ρίπτης ανακούφισης
a pitcher who does not start the game



























