firehouse
fire
ˈfaɪə
faie
house
haʊs
haws

Ορισμός και σημασία του "firehouse"στα αγγλικά

01

πυροσβεστικός σταθμός, σταθμός πυροσβεστικής

a building or facility used by firefighters as a station for fire-fighting equipment and personnel 
firehouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firehouses
Παραδείγματα
The town’s new firehouse is equipped with the latest safety technology. 

Ο νέος πυροσβεστικός σταθμός της πόλης είναι εξοπλισμένος με την τελευταία τεχνολογία ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store