Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fireguard
01
πυραγωγό, σχάρα τζακιού
a metal screen before an open fire for protection (especially against flying sparks)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fireguards
02
πυροπροστατευτική ζώνη, ζώνη πυρόσβεσης
a narrow field that has been cleared to check the spread of a prairie fire or forest fire



























