fir
fir
fɜr
φερρ
/fˈɜː/

Ορισμός και σημασία του "fir"στα αγγλικά

01

έλατο, ελάτη

a type of evergreen tree with leaves shaped like needles
fir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firs
Παραδείγματα
The fir's thick branches provided excellent shelter for wildlife during the cold winter months.
Τα παχιά κλαδιά της έλατης παρείχαν εξαιρετική καταφύγιο για την άγρια ζωή κατά τους κρύους χειμερινούς μήνες.
02

έλατο, ξύλο ελάτου

the wood obtained from fir trees, typically nonresinous and used for construction, furniture, or other purposes
Παραδείγματα
They purchased fir for the workshop.
Αγόρασαν έλατο για το εργαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store