finnish
fi
ˈfɪ
fi
nnish
nɪʃ
nish
swinishrefinishdiminishfinish

Ορισμός και σημασία του "Finnish"στα αγγλικά

01

Φινλανδικά, μία από τις επίσημες γλώσσες της Φινλανδίας

one of Finland's official languages 
Finnish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She took a course to learn Finnish before moving to Helsinki. 

Πήρε ένα μάθημα για να μάθει Φινλανδικά πριν μετακομίσει στο Ελσίνκι.

01

φινλανδικός

referring to something or someone related to Finland 
Finnish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He admired the Finnish education system and its emphasis on student well-being. 

Εκτιμούσε το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα και την έμφασή του στην ευημερία των μαθητών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store