Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finished
01
τελειωμένος, ολοκληρωμένος
completed and with no further actions or modifications needed
Παραδείγματα
The finished painting hung proudly on the wall, showcasing the artist's talent and creativity.
Ο τελειωμένος πίνακας κρεμόταν περήφανα στον τοίχο, επιδεικνύοντας το ταλέντο και τη δημιουργικότητα του καλλιτέχνη.
02
τελειωμένος, ολοκληρωμένος
(of materials or goods) brought to the desired final state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most finished
συγκριτικός βαθμός
more finished
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
manufacturing, quality, state
03
τελειωμένος, κατεστραμμένος
brought to ruin
04
τελειωμένος, επικαλυμμένος
having a surface coating or finish applied
05
ολοκληρωμένος, τελειοποιημένος
(of skills or the products of skills) brought to or having the greatest excellence; perfected
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unfinished
finished
finish



























