Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finite
01
πεπερασμένος, οριοθετημένος
having measurable limits or boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most finite
συγκριτικός βαθμός
more finite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The finite lifespan of the product meant that it would eventually need to be replaced.
Η πεπερασμένη διάρκεια ζωής του προϊόντος σήμαινε ότι τελικά θα χρειαζόταν αντικατάσταση.
02
πεπερασμένος, περιορισμένος
(of verbs) relating to forms of the verb that are limited in time by a tense and (usually) show agreement with number and person
Λεξικό Δέντρο
definite
finitely
finiteness
finite



























