Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
done
01
μαγειρεμένος, έτοιμος
cooked or prepared to the desired level of completion
Παραδείγματα
The roast chicken was beautifully done, with crisp golden skin and juicy meat.
Το ψητό κοτόπουλο ήταν υπέροχα μαγειρεμένο, με τραγανή χρυσή πέτσα και ζουμερό κρέας.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most done
συγκριτικός βαθμός
more done
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Five chapters done, only three more to read in the book.
Πέντε κεφάλαια ολοκληρωμένα, μόνο τρία ακόμη να διαβάσετε στο βιβλίο.
done
01
Έγινε., Τελείωσε.
used to indicate agreement, completion, or satisfaction with a particular situation or outcome
Παραδείγματα
Done. I'll submit the report by the end of the day.
Έγινε. Θα υποβάλω την αναφορά μέχρι το τέλος της ημέρας.
Λεξικό Δέντρο
overdone
underdone
undone
done



























