finis
fi
ˈfɪ
φι
nis
niz
νιζ
/fˈɪniz/

Ορισμός και σημασία του "finis"στα αγγλικά

01

τέλος, επιλογή

the final part or conclusion of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
finises
Παραδείγματα
The play 's finis was a breathtaking and emotional moment.
Το finis του έργου ήταν μια στιγμή που κόβει την ανάσα και συναισθηματική.
02

τέλος, λήξη

the temporal end; the concluding time
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store