fingerstall
Pronunciation
/fˈɪŋɡɚstˌɔːl/

Ορισμός και σημασία του "fingerstall"στα αγγλικά

01

δαχτυλήθρα, προστατευτικό καλύμμα δακτύλου

a protective cover for a finger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fingerstalls
Παραδείγματα
The tattoo artist wore a fingerstall while applying ink to maintain hygiene.
Ο τατουατζής φορούσε ένα δαχτυλίδι ενώ εφάρμοζε μελάνι για να διατηρήσει την υγιεινή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store