Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fingerstall
01
δαχτυλήθρα, προστατευτικό καλύμμα δακτύλου
a protective cover for a finger
Παραδείγματα
The tattoo artist wore a fingerstall while applying ink to maintain hygiene.
Ο τατουατζής φορούσε ένα δαχτυλίδι ενώ εφάρμοζε μελάνι για να διατηρήσει την υγιεινή.



























