finicky
fi
ˈfɪ
φι
ni
νι
cky
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "finicky"στα αγγλικά

01

δύσκολος, επιλεκτικός

(of a person) overly particular about small details, making one challenging to please 
finicky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most finicky
συγκριτικός βαθμός
more finicky
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, preference
Παραδείγματα
The finicky eater refused to eat anything that wasn't prepared exactly to their liking. 

Ο δύσκολος τρώγων αρνήθηκε να φάει οτιδήποτε δεν είχε παρασκευαστεί ακριβώς σύμφωνα με τις προτιμήσεις του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store