Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finicky
01
δύσκολος, επιλεκτικός
(of a person) overly particular about small details, making one challenging to please
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most finicky
συγκριτικός βαθμός
more finicky
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her finicky taste in fashion meant she spent hours searching for the perfect outfit.
Η επιλεκτική γεύση της στη μόδα σήμαινε ότι περνούσε ώρες ψάχνοντας για το τέλειο ντύσιμο.



























