finicky
fi
ˈfɪ
φι
ni
να
cky
ki
κι
/fˈɪnɪkˌi/

Ορισμός και σημασία του "finicky"στα αγγλικά

01

δύσκολος, επιλεκτικός

(of a person) overly particular about small details, making one challenging to please
finicky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most finicky
συγκριτικός βαθμός
more finicky
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her finicky taste in fashion meant she spent hours searching for the perfect outfit.
Η επιλεκτική γεύση της στη μόδα σήμαινε ότι περνούσε ώρες ψάχνοντας για το τέλειο ντύσιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store