Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Finesse
01
λεπτότητα
the act of dealing with a situation in a subtle and skillful way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She approached the delicate situation with finesse, avoiding any hurt feelings.
Προσέγγισε την ευαίσθητη κατάσταση με λεπτότητα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε πληγωμένα συναισθήματα.
02
φινέτσα
a technique of attempting to win a trick with a lower card than an opponent's higher card in a particular suit
Παραδείγματα
Observing the opponents carefully is key to a successful finesse.
Η προσεκτική παρακολούθηση των αντιπάλων είναι το κλειδί για μια επιτυχημένη φινέτσα.
to finesse
01
χειρίζομαι επιδέξια, χειραγωγώ επιτήδεια
to handle a situation or person in a skillful, clever, and sometimes deceptive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
finesse
γ΄ ενικό πρόσωπο
finesses
ενεστώτα μετοχή
finessing
απλός αόριστος
finessed
παθητική μετοχή
finessed
Παραδείγματα
She finessed the team into agreeing with her plan by highlighting only the benefits.
Εκείνη εξαπάτησε την ομάδα να συμφωνήσει με το σχέδιό της επισημαίνοντας μόνο τα οφέλη.



























