Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fine-tune
01
προσαρμόζω με ακρίβεια, τελειοποιώ
to make very precise adjustments, usually small ones, to improve or perfect something
Transitive: to fine-tune sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fine-tune
γ΄ ενικό πρόσωπο
fine-tunes
ενεστώτα μετοχή
fine-tuning
απλός αόριστος
fine-tuned
παθητική μετοχή
fine-tuned
Παραδείγματα
The musician spent hours fine-tuning the melody to achieve the desired sound.
Ο μουσικός πέρασε ώρες τελειοποιώντας τη μελωδία για να επιτύχει τον επιθυμητό ήχο.



























