analog
a
ˈæ
ā
na
log
lɒg
log
analogue

Ορισμός και σημασία του "analog"στα αγγλικά

01

αναλογικός, παρόμοιος

relating to or using signals in which information is represented through constant changing of physical quantities 
analog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The record player uses analog technology to reproduce sound from vinyl records. 

Ο πικάπ χρησιμοποιεί αναλογική τεχνολογία για να αναπαράγει ήχο από βινυλιογραφήματα.

01

ανάλογο, ισοδύναμο

a person, thing, or concept that is similar or comparable to another, often in a different context or medium 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
analogs
Παραδείγματα
The smartphone's touch screen is an analog to the traditional button interface. 

Η οθόνη αφής του smartphone είναι ένα ανάλογο της παραδοσιακής διεπαφής κουμπιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store