fibrosis
fib
ˈfaɪb
φαιμπ
ro
rəʊ
ρεου
sis
sɪs
σισ
fibrositis

Ορισμός και σημασία του "fibrosis"στα αγγλικά

01

ίνωση, σκλήρυνση

the thickening and scarring of connective tissue, usually as a result of injury or long-term inflammation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fibroses
Παραδείγματα
Chronic hepatitis can lead to fibrosis of the liver over time. 

Η χρόνια ηπατίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε ίνωση του ήπατος με το πέρασμα του χρόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store