fetid
fe
ˈfɛ
φε
tid
tɪd
τιντ
felid
foetid
fœtid

Ορισμός και σημασία του "fetid"στα αγγλικά

01

δυσώδης, βρωμερός

having a strong and unpleasant smell 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fetid
συγκριτικός βαθμός
more fetid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
odor, sensation, health
Παραδείγματα
The garbage dump emitted a fetid stench, making the air unpleasant for anyone in the vicinity. 

Η χωματερή εξέπεμψε μια δυσάρεστη μυρωδιά, κάνοντας τον αέρα δυσάρεστο για όποιον βρισκόταν κοντά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fetidness
fetid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store