fervor
fer
ˈfɜr
φερρ
vor
vɜr
βερρ
/fˈɜːvə/

Ορισμός και σημασία του "fervor"στα αγγλικά

01

ζήλος, προθυμία

intense and passionate feeling
Παραδείγματα
The protesters chanted with growing fervor, demanding change.
Οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα με αυξανόμενο ζήλο, απαιτώντας αλλαγή.
02

καύσωνας, ακραία ζέστη

a state of extreme heat
Old use
Παραδείγματα
The fervor of the midday heat drove everyone indoors.
Ο ζήλος της μεσημεριανής ζέστης οδήγησε όλους μέσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store