Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fervor
01
ζήλος, προθυμία
intense and passionate feeling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The crowd cheered with patriotic fervor as the flag was raised.
Το πλήθος ζητωκράυγασε με πατριωτικό ζήλο καθώς σηκωνόταν η σημαία.
02
καύσωνας, ακραία ζέστη
a state of extreme heat
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The sun beat down with a fervor that scorched the desert floor.
Ο ήλιος χτυπούσε με ένα ζήλο που έκαιγε το έδαφος της ερήμου.



























