Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fervor
01
ζήλος, προθυμία
intense and passionate feeling
Παραδείγματα
The protesters chanted with growing fervor, demanding change.
Οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα με αυξανόμενο ζήλο, απαιτώντας αλλαγή.
02
καύσωνας, ακραία ζέστη
a state of extreme heat
Old use
Παραδείγματα
The fervor of the midday heat drove everyone indoors.
Ο ζήλος της μεσημεριανής ζέστης οδήγησε όλους μέσα.



























