Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fend for
01
φροντίζω τον εαυτό μου, τα βγάζω πέρα μόνος μου
to take care of oneself, especially in a challenging or difficult situation, without the help or support of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
fend
ενεστώτας
fend for
γ΄ ενικό πρόσωπο
fends for
ενεστώτα μετοχή
fending for
απλός αόριστος
fended for
παθητική μετοχή
fended for
Παραδείγματα
After moving to a new city, she had to fend for herself and learn to navigate the challenges.
Μετά τη μετακόμιση σε μια νέα πόλη, έπρεπε να φροντίσει τον εαυτό της και να μάθει να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις.
02
υπερασπίζομαι, προστατεύω
to support or protect someone, particularly in arguments
Παραδείγματα
In the meeting, I had to fend for my colleague when others questioned her decisions.
Στη συνάντηση, έπρεπε να υπερασπιστώ τη συνάδελφό μου όταν άλλοι αμφισβήτησαν τις αποφάσεις της.



























