Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fencing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Fencing requires agility and precision to outmaneuver an opponent.
Η ξιφασκία απαιτεία ευκινησία και ακρίβεια για να ξεπεραστεί ένας αντίπαλος.
02
φράχτης
a barrier made of wood, metal, or other materials that encloses or separates an area
Παραδείγματα
The new fencing around the garden kept the rabbits out.
Ο νέος φράκτης γύρω από τον κήπο κράτησε τα κουνέλια έξω.
2.1
φράχτης, περίφραξη
material used for constructing barriers or enclosures
Παραδείγματα
The hardware store has a wide variety of fencing available for purchase.
Το κατάστημα υλικού έχει μια μεγάλη ποικιλία από φράχτες διαθέσιμες για αγορά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fencing
fence



























