feisty
feis
ˈfaɪs
fais
ty
ti
ti
fusty

Ορισμός και σημασία του "feisty"στα αγγλικά

01

ζωηρός, αποφασιστικός

lively and assertive in one's actions or behavior 
feisty definition and meaning
Παραδείγματα
The feisty kitten fearlessly chased after the larger dogs in the yard. 

Το ζωηρό γατάκι κυνήγησε ατρόμητα τα μεγαλύτερα σκυλιά στην αυλή.

02

μαχητικός, ευερέθιστος

prone to reacting sharply or defensively when challenged or annoyed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
feistiest
συγκριτικός βαθμός
feistier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She got feisty when someone questioned her choices. 

Έγινε μαχητική όταν κάποιος αμφέβαλε για τις επιλογές της.

Λεξικό Δέντρο

feisty
feist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store