Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feisty
01
ζωηρός, αποφασιστικός
lively and assertive in one's actions or behavior
Παραδείγματα
The feisty journalist fearlessly pursued the truth, regardless of the risks involved.
Ο παρορμητικός δημοσιογράφος κυνηγούσε ατρόμητα την αλήθεια, ανεξάρτητα από τους κινδύνους.
02
μαχητικός, ευερέθιστος
prone to reacting sharply or defensively when challenged or annoyed
Παραδείγματα
The cat grew feisty when the vet touched its paw.
Η γάτα έγινε επιθετική όταν ο κτηνίατρος άγγιξε το πόδι της.
Λεξικό Δέντρο
feisty
feist



























