Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feisty
01
ζωηρός, αποφασιστικός
lively and assertive in one's actions or behavior
Παραδείγματα
The feisty kitten fearlessly chased after the larger dogs in the yard.
Το ζωηρό γατάκι κυνήγησε ατρόμητα τα μεγαλύτερα σκυλιά στην αυλή.
02
μαχητικός, ευερέθιστος
prone to reacting sharply or defensively when challenged or annoyed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
feistiest
συγκριτικός βαθμός
feistier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, temperament
Παραδείγματα
She got feisty when someone questioned her choices.
Έγινε μαχητική όταν κάποιος αμφέβαλε για τις επιλογές της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
feisty
feist



























