feisty
Pronunciation
/ˈfaɪsti/

Ορισμός και σημασία του "feisty"στα αγγλικά

01

ζωηρός, αποφασιστικός

lively and assertive in one's actions or behavior
feisty definition and meaning
Παραδείγματα
The feisty journalist fearlessly pursued the truth, regardless of the risks involved.
Ο παρορμητικός δημοσιογράφος κυνηγούσε ατρόμητα την αλήθεια, ανεξάρτητα από τους κινδύνους.
02

μαχητικός, ευερέθιστος

prone to reacting sharply or defensively when challenged or annoyed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
feistiest
συγκριτικός βαθμός
feistier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cat grew feisty when the vet touched its paw.
Η γάτα έγινε επιθετική όταν ο κτηνίατρος άγγιξε το πόδι της.

Λεξικό Δέντρο

feisty
feist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store