amused
a
ə
ē
mused
ˈmju:zd
myoozd
abusedamusd

Ορισμός και σημασία του "amused"στα αγγλικά

01

διασκεδασμένος, ευχαριστημένος

feeling entertained or finding something funny or enjoyable 
amused definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amused
συγκριτικός βαθμός
more amused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The amused chuckles from the audience filled the theater during the comedy show. 

Τα διασκεδασμένα γέλια του κοινού γέμισαν το θέατρο κατά τη διάρκεια της κωμικής παράστασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store