Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fearfulness
01
φόβος, τρομακτικότητα
the trait of being afraid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
φόβος, τρομάρα
an emotion experienced in anticipation of some specific pain or danger (usually accompanied by a desire to flee or fight)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fearfulness
fearful
fear



























