Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to faze
01
σαστίζω, αναστατώνω
to unsettle someone, often leading them to lose their confidence or peace temporarily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
faze
γ΄ ενικό πρόσωπο
fazes
ενεστώτα μετοχή
fazing
απλός αόριστος
fazed
παθητική μετοχή
fazed
Παραδείγματα
Despite the unexpected challenge, she did not allow it to faze her; instead, she tackled it with determination.
Παρά την απροσδόκητη πρόκληση, δεν άφησε να την αναστατώσει· αντίθετα, την αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα.



























