Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fauteuil
01
πολυθρόνα
a French armchair with open sides, upholstered seat, back, and arms, and exposed wood frames
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fauteuils
Παραδείγματα
The antique shop had a beautiful fauteuil with intricate carvings on its wooden frame.
Το παλαιοπωλείο είχε ένα όμορφο φοτέιγ με περίτεχνα σκαλίσματα στο ξύλινο πλαίσιό του.



























