Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fauteuil
01
πολυθρόνα
a French armchair with open sides, upholstered seat, back, and arms, and exposed wood frames
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fauteuils
Παραδείγματα
He found an old fauteuil in his grandmother ’s house, which had been passed down for generations.
Βρήκε ένα παλιό φοτέιγ στο σπίτι της γιαγιάς του, που είχε περάσει από γενιά σε γενιά.



























