amulet
a
ˈæ
αι
mu
mjʊ
μγου
let
lɪt
λιτ
emulate

Ορισμός και σημασία του "amulet"στα αγγλικά

01

φυλαχτό, γούρι

a small object, often worn as jewelry, believed to protect the wearer from harm, danger, or evil influences 
amulet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
amulets
Παραδείγματα
She wore an amulet around her neck for protection during travel. 

Φορούσε ένα φυλαχτό γύρω από το λαιμό της για προστασία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store