fatty liver
fa
ˈfæ
tty
ti
ti
li
li
ver

Ορισμός και σημασία του "fatty liver"στα αγγλικά

01

στεατώδη ηπατίτιδα, ηπατική στεάτωση

a condition where excess fat accumulates in liver cells, often due to factors like alcohol consumption or obesity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatty livers
Παραδείγματα
He was diagnosed with fatty liver after a routine check-up revealed elevated liver enzymes. 

Διαγνώστηκε με στεατώδη ηπατίτιδα μετά από μια ρουτίνα εξέταση που αποκάλυψε αυξημένα ηπατικά ένζυμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store