Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fatigue
01
κόπωση, εξάντληση
a feeling of extreme tiredness that is usually caused by physical or mental overwork or exercise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Fatigue is a state of extreme tiredness and exhaustion that can result from physical or mental exertion.
Η κόπωση είναι μια κατάσταση ακραίας κούρασης και εξάντλησης που μπορεί να προκύψει από σωματική ή ψυχική προσπάθεια.
02
κόπος, ρουτίνα εργασίας
routine labor or menial work performed by soldiers, such as cleaning, building, or maintenance tasks
Παραδείγματα
The unit was assigned to kitchen fatigue duty.
Η μονάδα ανατέθηκε σε κουζίνα fatigue καθήκον.
03
κούραση, εξάντληση
weariness or loss of interest caused by overexposure or repetition
Παραδείγματα
The public shows clear pandemic fatigue.
Το κοινό δείχνει σαφή πανδημική κούραση.
04
κόπωση, κόπωση υλικού
the weakening or deterioration of a material, especially metal, after repeated stress or strain
Παραδείγματα
The engineer inspected the bridge for signs of metal fatigue.
Ο μηχανικός επιθεώρησε τη γέφυρα για σημάδια κόπωσης του μετάλλου.
to fatigue
01
κουράζω, εξαντλώ
to make someone extremely tired from too much exertion or stress
Transitive: to fatigue sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fatigue
γ΄ ενικό πρόσωπο
fatigues
ενεστώτα μετοχή
fatiguing
απλός αόριστος
fatigued
παθητική μετοχή
fatigued
Παραδείγματα
The long hours of work fatigued him.
Οι μεγάλες ώρες εργασίας τον κούρασαν.



























