father-in-law
fa
fɑ:
faa
ther
ðə
dhē
in
ɪn
in
law
lɔ:
law

Ορισμός και σημασία του "father-in-law"στα αγγλικά

01

πεθερός, πατέρας του συζύγου/συζύγου

someone who is the father of a person's wife or husband 
father-in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fathers-in-law
Παραδείγματα
He has a great relationship with his father-in-law, often bonding over shared interests. 

Έχει μια υπέροχη σχέση με τον πεθερό του, συχνά δένοντας πάνω σε κοινά ενδιαφέροντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store