fatality
fa
ta
ˈtæ
li
ty
ti
ti
facility

Ορισμός και σημασία του "fatality"στα αγγλικά

01

θανατηφόρος, μοιραιότητα

the quality of being able to cause death or fatal disasters 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fatalities
02

θάνατος, βίαιος θάνατος

a death resulting from violence or accident 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fatality
fatal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store