fast-paced
fast
fɑ:stpeɪst
φαστπειστ
paced
interlacedmisplaceddisgracedunbraced

Ορισμός και σημασία του "fast-paced"στα αγγλικά

fast-paced
01

γρήγορος ρυθμός, ενθουσιώδης

characterized by a high level of speed, activity, or excitement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fast-paced
συγκριτικός βαθμός
more fast-paced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
activity, lifestyle, tempo
Παραδείγματα
She enjoys the fast-paced lifestyle of living in a big city. 

Απολαμβάνει τον γρήγορο ρυθμό ζωής της διαβίωσης σε μια μεγάλη πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store