Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fascinated
01
γοητευμένος, συνεπαρμένος
intensely interested or captivated by something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fascinated
συγκριτικός βαθμός
more fascinated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, attention, interest
Παραδείγματα
His fascinated gaze lingered on the intricate design of the antique clock.
Το γοητευμένο του βλέμμα σταμάτησε στο περίπλοκο σχέδιο του παλιού ρολογιού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fascinated
fascinate



























