fascinated
fasc
ˈfæs
φαισ
i
ə
α
na
ˌneɪ
νει
ted
təd
ταντ
/fˈæsɪnˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "fascinated"στα αγγλικά

fascinated
01

γοητευμένος, συνεπαρμένος

intensely interested or captivated by something or someone
fascinated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fascinated
συγκριτικός βαθμός
more fascinated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became fascinated with the process of making pottery after taking a class.
Έγινε γοητευμένος με τη διαδικασία κατασκευής κεραμικών μετά τη συμμετοχή σε ένα μάθημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store