Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fascinated
01
γοητευμένος, συνεπαρμένος
intensely interested or captivated by something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fascinated
συγκριτικός βαθμός
more fascinated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became fascinated with the process of making pottery after taking a class.
Έγινε γοητευμένος με τη διαδικασία κατασκευής κεραμικών μετά τη συμμετοχή σε ένα μάθημα.
Λεξικό Δέντρο
fascinated
fascinate



























