fascinated
fasc
ˈfæs
fās
i
ɪ
i
na
neɪ
nei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "fascinated"στα αγγλικά

fascinated
01

γοητευμένος, συνεπαρμένος

intensely interested or captivated by something or someone 
fascinated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fascinated
συγκριτικός βαθμός
more fascinated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His fascinated gaze lingered on the intricate design of the antique clock. 

Το γοητευμένο του βλέμμα σταμάτησε στο περίπλοκο σχέδιο του παλιού ρολογιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store