to farm out
farm
fɑ:m
faam
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "farm out"στα αγγλικά

to farm out
01

αποκεντρώνω, εξωτερικεύω

to assign a task or project to an external party, typically for a fee 
to farm out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
farm
ενεστώτας
farm out
γ΄ ενικό πρόσωπο
farms out
ενεστώτα μετοχή
farming out
απλός αόριστος
farmed out
παθητική μετοχή
farmed out
Παραδείγματα
The small business decided to farm out its accounting tasks to a professional firm. 

Η μικρή επιχείρηση αποφάσισε να αναθέσει τις λογιστικές της εργασίες σε μια επαγγελματική εταιρεία.

02

υπομισθώνω, παραχωρώ προσωρινά

to allow someone else to use or occupy a property or space temporarily 
Παραδείγματα
The farmer decided to farm out a portion of his land to a neighbor for grazing cattle. 

Ο αγρότης αποφάσισε να μισθώσει ένα μέρος της γης του σε έναν γείτονα για βόσκηση βοοειδών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store