Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to farm out
[phrase form: farm]
01
αποκεντρώνω, εξωτερικεύω
to assign a task or project to an external party, typically for a fee
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
farm
ενεστώτας
farm out
γ΄ ενικό πρόσωπο
farms out
ενεστώτα μετοχή
farming out
απλός αόριστος
farmed out
παθητική μετοχή
farmed out
Παραδείγματα
Recognizing their limitations, the startup decided to farm out the design of their logo to a creative agency.
Αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς τους, η startup αποφάσισε να ανταποδώσει το σχεδιασμό του λογότυπό τους σε μια δημιουργική εταιρεία.
02
υπομισθώνω, παραχωρώ προσωρινά
to allow someone else to use or occupy a property or space temporarily
Παραδείγματα
The homeowner decided to farm out a room in the house to a student for additional income.
Ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να νοικιάσει ένα δωμάτιο στο σπίτι σε έναν φοιτητή για πρόσθετο εισόδημα.



























