Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ablaze
01
φλογερός, παθιασμένος
keenly excited (especially sexually) or indicating excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
02
φλογερό, φλεγόμενο
resembling flame in brilliance or color
03
φλεγόμενος, καμμένος
lighted with red light as if with flames



























