fanaticism
fa
na
ˈnæ
ti
ti
ci
si
sm
zəm
zēm
fanatism

Ορισμός και σημασία του "fanaticism"στα αγγλικά

01

φανατισμός, θρησκευτική μισαλλοδοξία

the extreme political or religious beliefs often accompanied by intolerance for different views 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The novel explored the dangers of religious fanaticism and its impact on society. 

Το μυθιστόρημα εξερεύνησε τους κινδύνους του θρησκευτικού φανατισμού και τον αντίκτυπό του στην κοινωνία.

Λεξικό Δέντρο

fanaticism
fanatic
fan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store