fanatic
Pronunciation
/fəˈnætɪk/

Ορισμός και σημασία του "fanatic"στα αγγλικά

01

φανατικός, εξτρεμιστής

an overenthusiastic individual, especially one who is devoted to a radical political or religious cause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fanatics
Παραδείγματα
The group was led by a fanatic who believed strongly in his radical ideology.
Η ομάδα οδηγούνταν από έναν φανατικό που πίστευε ακράδαντα στην ριζοσπαστική ιδεολογία του.
02

φανατικός, ενθουσιastής

*** someone who likes a particular thing or activity very much
01

φανατικός, εξτρεμιστικός

*** holding, expressing or connected with extreme or dangerous opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fanatic
συγκριτικός βαθμός
more fanatic
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

fanatical
fanaticism
fanatic
fan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store