famous
fa
ˈfeɪ
fei
mous
məs
mēs
leymusshamusramusmandamus

Ορισμός και σημασία του "famous"στα αγγλικά

01

διάσημος, γνωστός

known by a lot of people 
famous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most famous
συγκριτικός βαθμός
more famous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reputation, society, entertainment
Παραδείγματα
The famous singer performed to a sold-out crowd at the arena. 

Ο διάσημος τραγουδιστής ερμήνευσε μπροστά σε ένα sold-out πλήθος στην αρένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

famously
infamous
famous
fam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store