Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to familiarize
01
εξοικειώνω, συνηθίζω
to make someone acquainted with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
familiarize
γ΄ ενικό πρόσωπο
familiarizes
ενεστώτα μετοχή
familiarizing
απλός αόριστος
familiarized
παθητική μετοχή
familiarized
Παραδείγματα
The software tutorial aims to familiarize users with the key features of the application.
Το φροντιστήριο λογισμικού στοχεύει να εξοικειώσει τους χρήστες με τα βασικά χαρακτηριστικά της εφαρμογής.
Λεξικό Δέντρο
familiarization
familiarized
familiarizing
familiarize
familiar



























