Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to familiarize
01
εξοικειώνω, συνηθίζω
to make someone acquainted with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
familiarize
γ΄ ενικό πρόσωπο
familiarizes
ενεστώτα μετοχή
familiarizing
απλός αόριστος
familiarized
παθητική μετοχή
familiarized
Παραδείγματα
The guide familiarized the tourists with the history of the ancient monument.
Ο οδηγός έκανε τους τουρίστες εξοικειωμένους με την ιστορία του αρχαίου μνημείου.
Λεξικό Δέντρο
familiarization
familiarized
familiarizing
familiarize
familiar



























