Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Falsetto
01
φάλτσο
a male singing voice that extends over the range of a tenor voice, hitting unusually high notes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
falsettos
02
φαλτσέτο, φωνή φαλτσέτο
a singer that uses a male singing voice that extends over the range of a tenor voice
falsetto
01
φάλτσο, τεχνητά υψηλός
artificially high; above the normal voice range
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most falsetto
συγκριτικός βαθμός
more falsetto
διαβαθμίσιμο



























